Οι διαφωτιστές του γένους και οι φωτιστές του έθνους

 

Και να λοιπόν που πληροφορηθήκαμε από τη διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, που απάντησε σε τόνο ελαφρώς ελιτίστικο και πατερναλιστικό σε όσους δεν βρίσκουν λαμπρό τον φωτισμό της Βασιλίσσης Σοφίας, ότι διαθέτουμε και «εθνική φωτίστρια».

Ξέραμε ότι σαν χώρα διαθέτουμε εθνικό ιστορικό. Εννοώ βέβαια τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, όχι τον Ηρόδοτο. Μπορεί να τον δοξάζουμε ως πατέρα της Ιστορίας τον Αλικαρνασσέα, κάποιοι πρόγονοί μας όμως τον κατέκριναν αρκετά νωρίς σαν ανθέλληνα, φιλοβάρβαρο και δόλιο διαστρεβλωτή των πραγμάτων, διά του συγγράμματος «Περί της Ηροδότου κακοηθείας», που αποδίδεται στον Πλούταρχο. Ξέραμε ότι και άλλοι συγγραφείς προτάθηκαν κατά περιόδους, από τους θαυμαστές τους, σαν υποψήφιοι για τον τίτλο του εθνικού ιστοριογράφου. Οχι τόσο επειδή υπέβαλαν στην κρίση του κοινού πρωτότυπα ερμηνευτικά σχήματα, όσο επειδή υποστήριξαν με πάθος τις «εθνικά σωστές» κοινοτοπίες. Πρόκειται για κάποιο είδος ιστοριογραφικού λαϊκισμού, που φοβάμαι ότι θα θριαμβεύσει και με την ευκαιρία της επετείου των δύο αιώνων από την Επανάσταση, τουλάχιστον στο πεδίο της τηλεοπτικής και εν γένει θεαματικής αναπαράστασης του κορυφαίου Συμβάντος. Αν (καθ)οδηγηθούμε προς την αναπαλαίωση του δόγματος περί ενός εξωιστορικού, θεοπροστάτευτου, περιούσιου λαού, θα χρειαστούμε άλλον έναν αιώνα για να στρέψουμε ειλικρινές και δίκαιο το βλέμμα μας πάνω στο εθνικό μας κάτοπτρο.

Ξέραμε ότι διαθέτουμε εθνικό ποιητή Τον Διονύσιο Σολωμό, όντως εθνικό για πάρα πολλούς λόγους, που ισχύουν συγχρόνως και αδιαχώριστα: για τους «Ελεύθερους πολιορκημένους», τον «Υμνον εις την ελευθερίαν», αλλά και τη «Γυναίκα της Ζάκυθος» και το «Επίγραμμα προς τους Επτανήσιους», προς τον «καλό και ηγαπημένο» λαό· για τον «Διάλογο» και γενικά για την υπεράσπιση της γλώσσας του λαού· για το πάθος του με τα δημοτικά, η διάσωση των οποίων τού οφείλει πάρα πολλά, η διάσωση δηλαδή της καθαυτό λαϊκής φωνής για μύρια όσα, του πολέμου και της ειρήνης, του έρωτα και του θανάτου. Ξέραμε ότι και άλλοι ποιητές έχουν προταθεί ως εθνικοί, από τον Κωστή Παλαμά έως τον Οδυσσέα Ελύτη. Πριν από δύο-τρεις δεκαετίες μάλιστα είχε αναπτυχθεί ένας ερεθιστικός φιλολογικός διάλογος για τα γνωρίσματα του ποιητή που δικαιούται τον τιμητικό τίτλο.

Ο διάλογος αυτός θα μπορούσε να εμπλουτιστεί σήμερα με τη διερεύνηση μιας πτυχής που πρήστηκε τα τελευταία χρόνια: Πόσο βαριά προσβάλλεται ο Σολωμός όταν ο εθνικός ύμνος: α) Καταντάει σκελετός για να τοποθετηθούν πάνω του οι σεξιστικοί στίχοι οπαδών ποδοσφαιρικών ομάδων. β) Χρησιμοποιείται υβριζόμενος σαν θούριος που καλύπτει τις ναζιστικές υλακές την ώρα που τάγματα ρατσιστών επιτίθενται σε αλλοδαπούς και ημεδαπούς. γ) Ολο και πιο συχνά, αφού έτσι ορίζει το νέο «έθιμο», τραγουδιέται κακόφωνα από στρατιωτικά αγήματα τη στιγμή τού «Χριστός Ανέστη», για να στριμώξει το οικουμενικό μήνυμα σε εθνικιστικά καλούπια. Αν όμως ο Χριστός αναστήθηκε μόνο για τους Ελληνες, δεν αναστήθηκε για κανέναν.

Ξέραμε επίσης ότι διαθέτουμε «εθνικό γλωσσολόγο», το όνομα του οποίου έχει γίνει κοινός τόπος σε ρεπορτάζ, σίριαλ και τηλεπαιχνίδια, παρότι οι απόψεις του δεν βρίσκουν σύμφωνους όλους τους γλωσσολόγους, φιλολόγους και λεξικογράφους. Και «εθνικό τραγουδιστή» έχει η χώρα μας, όχι τον Γιώργο Νταλάρα, όπως παλιότερα, σε πολιτικότερους καιρούς, αλλά τον Αντώνη Ρέμο. Τον άρχοντα της Μυκόνου και εκφραστή του διαβαλκανικού βαλαντώματος, που ξεσπάει τσιφτετέλικο ή ψευτοζεϊμπέκικο σε ξενυχτάδικα, στάδια και καζίνα (μα ναι, φυσικά και κλίνεται το καζίνο, πρέπει να κλίνεται, πάνε δεκαετίες που το εισαγάγαμε σαν λέξη και σαν χώρο εξανεμίσματος περιουσιών). Συμπεριλαμβανομένου μάλιστα του καζίνου των Σκοπίων, μολονότι ο τραγουδιστής μας είναι «εθνικώς ορθός». Αλλωστε, το ότι ο Βεσπασιανός επικρατεί άνετα του Μεγαλέξανδρου το ξέρουμε και από τους «μακεδονομάχους» που το καλοκαίρι παίρνουν στη Χαλκιδική τα βρωμολεφτά των βρωμοσκοπιανών (υποχρεώνοντάς τους πάντως να χρησιμοποιούν κωδικό γουάι-φάι τού τύπου «I Macedonia ine mia ke elliniki»), ενώ τον χειμώνα περνούν τα σύνορα για να βάλουν φτηνή βενζίνη ή φτηνή οδοντοστοιχία. Δεν έχει οσμή το χρήμα ούτε εθνικό χρώμα.

Τελευταία αποκτήσαμε και «εθνικό τενίστα». Ο τίτλος πάντως δεν παραχρησιμοποιείται, μια και ο Στέφανος Τσιτσιπάς, με Ρωσίδα μητέρα, δεν τυγχάνει «καθαρόαιμος». Οπως δεν ετύγχανε και ο Θεμιστοκλής, αφού η μητέρα του ήταν Θρακιώτισσα· σαν «νόθος», σαν μισαδάκι αθηναϊκότητας ή ελληνικότητας, ο θριαμβευτής της Σαλαμίνας ήταν υποχρεωμένος να γυμνάζεται μαζί με άλλους «μη καθαρούς» στο Κυνόσαργες, στο γυμναστήριο του Ηρακλή, αφού και τον ημίθεο σαν νόθο τον λογάριαζαν. Πολύ λιγότερο χρησιμοποιείται βέβαια ο όρος «εθνικός μπασκετμπολίστας» για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο. Ούτε καν «αθλητή της χρονιάς» δεν πειστήκαμε να τον ανακηρύξουμε ακόμα. Ας μας φέρει πρώτα πέντε Ευρωπαϊκά και τρία Μουντομπάσκετ, ας βγει και –τουλάχιστον άπαξ– διαγαλαξιακός MVP, και θα το σκεφτούμε. Πώς ο Μάικλ Τζόρνταν νίκησε τους μοχθηρούς εξωγήινους Νέρντλακς σε μπασκετικό αγώνα ζωής ή θανάτου του πλανήτη μας, με τη συνδρομή του Μπαγκς Μπάνι και λοιπών καρτουνίστικων ηρώων, στην ταινία «Space jam» («Διαστημικά καλάθια»); Ε, ας τους νικήσει και ο δικός μας, που δεν είναι και τόσο δικός μας αλλά τι να κάνουμε, αφού επιμένει κι αυτός και τ’ αδέρφια του· ας αποδείξει ότι διαθέτει «ελληνική ψυχή» (η ύπαρξη της οποίας, ως γνωστόν, αποδεικνύεται μόνο επί νικών), και ίσως τον εθνικοποιήσουμε.

Και να λοιπόν που πληροφορηθήκαμε από τη διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, που απάντησε σε τόνο ελαφρώς ελιτίστικο και πατερναλιστικό σε όσους δεν βρίσκουν λαμπρό τον φωτισμό της Βασιλίσσης Σοφίας, ότι διαθέτουμε και «εθνική φωτίστρια». Αυτή έχει φωτίσει «σπουδαία κτίρια της Αθήνας», αυτή και το «εθνικό μας όραμα» του 2004, τους Ολυμπιακούς. Τότε που οι δύο «εθνικοί μας ταχυ-δρομείς» εξέπεσαν του θρόνου τους, επειδή, τι άλλο, συνωμότησαν εναντίον τους οι Αμερικανοί. Σκέφτομαι πάντως πόσο πιο ωφέλιμο εθνικά θα ήταν αν αφιερώναμε το ένα χιλιοστό του χρόνου (και των λέξεων) που δαπανήσαμε για την «εθνική φωτίστρια» ώστε να μιλήσουμε για τον εθνικό μας διαφωτιστή: τον Αδαμάντιο Κοραή.

Το Ιδρυμα Ωνάση είναι ένας από τους «χορηγούς στολισμού» ή θετούς γονείς δρόμων και πλατειών της Αθήνας. Τα οικονομικά μου δεν αντέχουν να υιοθετήσω δρόμο, ούτε καν αδιεξοδάκι. Αποφάσισα λοιπόν να πάρω υπό την σκέπην μου τρία παγκάκια της πλατείας Κυνοσάργους.

Χρόνια τώρα, μπορεί και από τη δημαρχία της μητέρας τού νυν δημάρχου, το ένα έχει δύο σανίδες αντί τριών, το άλλο μία, το δε τρίτο κι έρημο απόμεινε με τα σίδερα. Κοντά τους δύο σαπισμένα δοχεία απορριμμάτων σε σχήμα παχύσαρκου κίονα, ίσως αβραμοπουλικά. Με την προσδοκία ότι θα κινήσω το ενδιαφέρον του δημάρχου και των καναλιών, έβγαλα και ονόματα στα παγκάκια μου. Το ένα το βάφτισα Αναρχούκο, το άλλο Αντιεξουσιούλη, το τρίτο κι έρημο Αυτονομήτσο. Ελπίζω τώρα να έρθει η αστυνομία να τους βάλει μυαλό με βρεγμένες σανίδες. Κι ύστερα να τις καρφώσει στα σίδερα. Μήπως και γίνουν παγκάκια τα παγκάκια. Προς τιμήν του Θεμιστοκλέους βεβαίως βεβαίως.