Αλέξης Τσίπρας: Νέες προκλήσεις και νέες δυνατότητες στην αυγή του νέου χρόνου

Άρθρο του Αλέξη Τσίπρα στην ΑΥΓΗ – Η δεκαετία που ανοίγεται μπροστά μας αποτελεί την πιο κρίσιμη ευκαιρία για τη χώρα μας να μπει δυναμικά και οριστικά στον 21ο αιώνα, αφήνοντας πίσω της τόσο την επίπλαστη ευμάρεια της πρώτης δεκαετίας όσο και την κρίση της δεύτερης δεκαετίας, του 2000. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αγωνιστεί ώστε να μην επιστρέψουμε στις πολιτικές του παρελθόντος

Η δεκαετία που αφήνει πίσω της η Ελλάδα ήταν η πιο δύσκολη μετά το τέλος της δικτατορίας. Η χώρα βρέθηκε στο κέντρο των μεγάλων διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών κρίσεων, στην οικονομία, στο προσφυγικό, στην ασφάλεια και την περιφερειακή αποσταθεροποίηση.

Χάσαμε πάνω από 25% του ΑΕΠ μας μέσα σε λίγα χρόνια, με την επίσημη ανεργία να υπερβαίνει το 28% και όλο και περισσότερους Έλληνες να ζουν υπό συνθήκες φτώχειας. Είδαμε εκατοντάδες χιλιάδες κυρίως νέους συμπολίτες μας να μεταναστεύουν, πάνω από 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες εισήλθαν στη χώρα, ενώ ένα νεοναζιστικό κόμμα έγινε η τρίτη ισχυρότερη πολιτική δύναμη της Ελλάδας.

Την ίδια στιγμή, η περιοχή μας βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στην αποσταθεροποίηση, με τους πολέμους στη Συρία, τη Λιβύη και την Ουκρανία να συνεχίζονται, τα Βαλκάνια να ταλανίζονται από αλλεπάλληλες κρίσεις και την Τουρκία να αντιμετωπίζει πάλι πραξικόπημα, να οπισθοδρομεί ραγδαία στα ανθρώπινα δικαιώματα και να κορυφώνει την επιθετικότητά της στο Αιγαίο, την Κύπρο και την ευρύτερη περιοχή.

Σ’ αυτές τις δυσοίωνες συνθήκες, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, όταν ο ελληνικός λαός αποφάσισε να δώσει την ευκαιρία σε μια νεανική πολιτική δύναμη της Αριστεράς, τον ΣΥΡΙΖΑ, την ευθύνη της διακυβέρνησης, με ελπίδα και στόχο να απαλλάξει την Ελλάδα από τον βραχνά της κρίσης, της επιτροπείας, της φτώχειας, και της ταπείνωσης, ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι, παρά τη λυσσαλέα αντίδραση, αυτό θα γινόταν τελικά πράξη. Ότι θα απελευθερώνονταν δημιουργικές δυνάμεις που θα ρίζωναν τελικά στην ελληνική κοινωνία, έξω από τα στεγανά της παρακμασμένης νοοτροπίας των παλιών κομμάτων, θα έβγαζαν τη χώρα από τα προγράμματα επιτήρησης, θα προστάτευαν τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, και θα δημιουργούσαν τις βάσεις για μια δημιουργικότερη και ισχυρότερη Ελλάδα.

Και όμως αυτό έγινε. Η Ελλάδα μπορεί να αντικρίζει σήμερα με προσδοκίες και αισιοδοξία το μέλλον της. Η δεκαετία που αρχίζει, με νέες προκλήσεις, νέες δυσκολίες, αλλά και νέες δυνατότητες, μας βρίσκει πιο δυνατούς, απελευθερωμένους από τα Μνημόνια, με το δημόσιο χρέος σε βιώσιμη τροχιά, με την κοινωνία όρθια, την ανεργία δραστικά μειωμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Βρίσκει τη νεοναζιστική εγκληματική οργάνωση στα δικαστήρια και εκτός Βουλής. Βρίσκει την Ελλάδα να έχει εδραιώσει τη θέση της του ευρωπαϊκού πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή. Μια χώρα που έφτασε κοντά στη λύση του Κυπριακού και έλυσε το ονοματολογικό με τη γειτονική Βόρεια Μακεδονία, τη στιγμή που όλος ο κόσμος βυθιζόταν στις συγκρούσεις και τις διενέξεις. Μια χώρα που εμβάθυνε τα ανθρώπινα δικαιώματα -σε σχέση με τη μουσουλμανική της μειονότητα, την ταυτότητα φύλου, τα παιδιά μεταναστών, την επικύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών-, τη στιγμή που η ευρωπαϊκή ατζέντα όδευε ραγδαία προς την αντίθετη κατεύθυνση – της καταστολής.

Μια χώρα που στήριξε μια δύσκολη, ευρωπαϊκή λύση με τον πιο δύσκολο γείτονα, για να μειωθούν οι προσφυγικές ροές και κυρίως να σώζονται ανθρώπινες ζωές. Και την ίδια στιγμή προάσπισε το Διεθνές Δίκαιο και τις ευρωπαϊκές αξίες απέναντι στις κραυγές του Όρμπαν, του Σαλβίνι, της Λεπέν, αλλά και τους ψίθυρους δυνάμεων του κατεστημένου.

Ο λαός απέρριψε εθνικισμό και ρατσισμό
Σε έναν κόσμο και μια Ευρώπη που κυριεύεται από τον φόβο, απέναντι στην ανασφάλεια μιας ολοένα και πιο ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης, ενός ολοένα και πιο πολυδιασπασμένου πλαισίου διεθνών σχέσεων και ολοένα μεγαλύτερων προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, ο ελληνικός λαός, τιμώντας την Ιστορία του, απέρριψε την εθνική αναδίπλωση, τον εθνικισμό και τον ρατσισμό.

Δυστυχώς, η Νέα Δημοκρατία, με τη στήριξη των φιλικών της και συχνά διαπλεκόμενων ΜΜΕ, βρέθηκε απέναντι σε αυτήν την προσπάθεια σε πολλούς από τους σημαντικότερους σταθμούς της. Επιδόθηκε σε έναν ακραίο λαϊκισιμό σε σχέση με τα εθνικά θέματα και το προσφυγικό προκειμένου να προσελκύσει εθνικιστικές και ακραία συντηρητικές δυνάμεις. Δίχασε την ελληνική κοινωνία για να κερδίσει κάποιες ψήφους και να ικανοποιήσει τους ακροδεξιούς στις γραμμές της.

Σήμερα, που καλείται η ίδια να κυβερνήσει, αναγκάζεται να υπαναχωρήσει σε όλα αυτά τα μέτωπα. Σήμερα, που αναγνωρίζει πόσο εύθραυστη είναι η σταθερότητα στα Βαλκάνια και πόσο πιθανή η περαιτέρω διείσδυση της Τουρκίας στα βόρεια σύνορά μας, ξαφνικά διακηρύσσει ότι τιμά την «προδοτική» Συμφωνία των Πρεσπών, ενώ κάνει την «πιστή εφαρμογή της» σημαία της πολιτικής της. Σήμερα, που βρίσκεται αντιμέτωπη με την κορύφωση των τουρκικών προκλήσεων, ξαφνικά οι συναντήσεις με τον Πρόεδρο Ερντογάν δεν δίνουν πια «βήμα για τον αναθεωρητισμό του» ούτε αποτελούν ένδειξη «υποχωρητικότητας», αλλά αναγκαίες διπλωματικές πρωτοβουλίες, ενώ η επανεκκίνηση των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και Ασφάλειας (ΜΟΕΑ), αντί να καταγγέλλεται, αποφασίζεται να προχωρήσει «το συντομότερο δυνατόν». Σήμερα, οι προσφυγικές ροές πολλαπλασιάζονται και ξαφνικά αναγνωρίζονται ως «γεωπολιτικό φαινόμενο» και όχι ως πρόβλημα που «δημιούργησε ο ΣΥΡΙΖΑ».

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να προχωρήσει στον ολισθηρό δρόμο της αντιπολιτευτικής πατριδοκαπηλίας που άνοιξε η Ν.Δ., ειδικά αυτές τις κρίσιμες στιγμές που η Τουρκία εντείνει την επιθετικότητά της στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο και οι προσφυγικές ροές αυξάνονται ολοένα και περισσότερο. Ως πατριωτική δύναμη ευθύνης, θα στηρίξει κάθε καθαρή και συγκροτημένη προσπάθεια ενίσχυσης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ως πατριωτική δύναμη ευθύνης, στηρίζει τη διεθνοποίηση της καταγγελίας της παράνομης συμφωνίας Τουρκίας – Λιβύης, τους ανοιχτούς διαύλους, τον διάλογο για ΜΟΕΑ και την ανάγκη να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών και -αν αποτύχουν- προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Ως πατριωτική δύναμη ευθύνης θα στηρίξει κάθε προσπάθεια για εφαρμογή της Δήλωσης Ε.Ε. – Τουρκίας με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.

Συγκρότηση εθνικής στρατηγικής
Ωστόσο, η εθνική ομοψυχία στις κρίσιμες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας απαιτεί θεσμική θωράκιση και υπευθυνότητα και δεν μπορεί να οικοδομηθεί στα σαθρά θεμέλια της επικοινωνιακής ελαφρότητας που προτάσσει σήμερα η κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ευτελισμός του αξιώματος και του θεσμικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας με επικοινωνιακές λογικές «πολιτικών καλλιστείων», που πρέπει να τερματιστεί άμεσα.

Η συγκρότηση εθνικής στρατηγικής καθίσταται σήμερα πιο επιτακτική από ποτέ, δεδομένης της αλλοπρόσαλλης στάσης της κυβέρνησης σε μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων, καθώς:

* Δεν έχει εισέτι συγκληθεί το ΚΥΣΕΑ με θέμα την παράνομη συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης.

* Δεν έχει συσταθεί Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας παρά την αξία που θα είχε αυτήν την περίοδο και την ευρεία διακομματική συναίνεση επί του θέματος που κατεγράφη προεκλογικά.

* Δεν έχει επιδιώξει ούτε τη σύγκληση Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών αλλά ούτε καν την επικοινωνία με τον καθένα χωριστά.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση δεν αγωνίζεται για την επέκταση των ευρωπαϊκών κυρώσεων εις βάρος της Τουρκίας σε σχέση με την παράνομη συμφωνία, ενώ ουσιαστικά ανέστειλε και τον διάλογο για ΜΟΕΑ που είχε ξαναρχίσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι. Επιπλέον, η κακοφωνία μεταξύ των αρμόδιων υπουργών, με αντικρουόμενες θέσεις και για τα δύο αυτά θέματα, συνεχίζεται, εκθέτοντας τη χώρα.

Δεν έχει εισέτι εξασφαλιστεί ξεκάθαρη στήριξη των ΗΠΑ και ειδικά του Προέδρου Τραμπ στον αγωγό EastMed και το πλαίσιο συνεργασίας 3+1 (με Κύπρο και Ισραήλ), ενώ οι ενστάσεις που εξέφρασε πρόσφατα στην υιοθέτηση του νομοσχεδίου “Eastern Mediterranean Partnership” αποτελούν ανησυχητικό οιωνό. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση καταθέτει το νομοσχέδιο για την αναβάθμιση της στρατιωτικής συνεργασίας ΗΠΑ – Ελλάδας σε τέσσερις εγκαταστάσεις, χωρίς να δίνει το μήνυμα ότι συνδέεται με την εν προκειμένω στήριξη που θα παράσχουν οι ΗΠΑ.

Παράλληλα, η υπογραφή διακρατικής συμφωνίας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ για τον αγωγό EastMed, η οποία αποφασίστηκε τον Δεκέμβριο του 2018, αποτελεί θετική εξέλιξη αν εξασφαλιστεί και η συμμετοχή της Ιταλίας.

Η δεκαετία που ανοίγεται μπροστά μας αποτελεί την πιο κρίσιμη ευκαιρία για τη χώρα μας να μπει δυναμικά και οριστικά στον 21ο αιώνα, αφήνοντας πίσω της τόσο την επίπλαστη ευμάρεια της πρώτης δεκαετίας όσο και την κρίση της δεύτερης δεκαετίας, του 2000. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αγωνιστεί ώστε να μην επιστρέψουμε στις πολιτικές του παρελθόντος. Η κυβέρνηση μπορεί να περιμένει την πιο αυστηρή κριτική σε ζητήματα όπως: η διαπλοκή και στήριξη ισχυρών ημετέρων, η διεύρυνση των ανισοτήτων, η προώθηση μιας πολιτικής ακραίας καταστολής, σε σχέση με την αστυνόμευση και το προσφυγικό, που στρατιωτικοποιείται με γρήγορους ρυθμούς. Ενώ θα επιμείνουμε στη δίκαιη μετάβαση προς τις καθαρές μορφές ενέργειας και την επίτευξη του στόχου κλιματικής ουδετερότητας.

Ωστόσο, η πιο βασική προϋπόθεση για να προχωρήσουμε στον 21ο αιώνα και να μην επιστρέψουμε στον 20ο είναι η διασφάλιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Η εθνική ομοψυχία γύρω από μια συγκροτημένη εθνική στρατηγική, που να υλοποιείται από την κυβέρνηση, να αναδεικνύεται από όλες τις πολιτικές δυνάμεις, αλλά και να διακηρύσσεται με κύρος και σαφήνεια από τον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα της χώρας, είναι πιο αναγκαία σήμερα από ποτέ.